ΡΗΓΜΑ
ΤΌΜΟΣ 2ος
Γύρισε και την κοίταξε με τα μαύρα μάτια χωρίς ίριδες και κόρες, και την είδε να του χαμογελάει με ένα χαμόγελο αθώο, αγνό και διάφανο να στάζει τα ρίγη της για εκείνον. Ρίγησε κι ο Ρόναν, ο κάποτε άψυχος, υγράθηκε το βλέμμα του από ένα ακόμα άγνωστο σκίρτημα… Ένα κοφτερό τσίμπημα λες και τον κάρφωσε λάμα κατάστηθα, κόβοντάς τον στα δύο…
Πονάει η αγάπη;
Πονάει όταν ξέρεις ότι θα αφήσεις τον άλλον πίσω κι εσύ δεν θα υπάρχεις πια… Ότι το τέλος του δρόμου σου είναι ο θάνατος…
Πλημμύρα τα συναισθήματα πια στο στέρνο του, ελεύθερος πια από τα Σκιερά Ξόρκια του αδελφού του ο Ρόναν δεν ήξερε ούτε να τα ονομάσει, ούτε να τα εξηγήσει. Για το μόνο που ήταν σίγουρος πιά ήταν ότι χωρίς την Μάγια η ζωή του δεν είχε καμία αξία.
Και η στιγμή του τέλους πλησίαζε και το μόνο που σκεφτόταν ήταν να θυσιάσει τον εαυτό του, τον αλλοτινό δολοφόνο για να ζήσει εκείνη…
Ας πλήρωνε για τα κρίματα του…
Η Θεά του είχε κάνει μια κάνει μια ανάθεση κάποτε όταν είχε γίνει μάρτυρας της Μεγάλης Μάχης… Ήταν καθήκον του να υπακούσει…
Κι ας έσβηνε…